Αρχική σελίδα Δραστηριότητες Αγωγή και Υγεία Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

 

 

 

 

Ο ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ – ΑΙΤΙΑ – ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ – ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

 

 

 

ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗ

ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ - ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ Β/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

 

 

 

 

ΑΘΗΝΑ    2014


 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Η επιθετικότητα αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Για να χαρακτηριστεί μια συμπεριφορά επιθετική θα πρέπει να συνυπάρχουν δύο βασικά στοιχεία: η πρόθεση και η πρόκληση βλάβης. Σαν επιθετικότητα ορίζεται « η σκόπιμη πρόκληση βλάβης κάποιας μορφής σε άλλους, υπό την έννοια ότι η τελευταία περιλαμβάνει κάθε μορφή της, όπως τη σωματική, την ψυχολογική, την υλική και άλλες» (Τρίγκα – Μερτίκα, 2014).

Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί για τα αίτια της επιθετικότητας. Οι ψυχοβιολογικές θεωρίες βλέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά ως ένστικτο και πιστεύουν ότι οι άνθρωποι είναι προγραμματισμένοι από τη φύση τους να φέρονται επιθετικά. Οι ψυχοκοινωνικές θεωρίες επικεντρώνονται στους κοινωνικούς παράγοντες οι οποίοι προκαλούν την επιθετική συμπεριφορά (Τρίγκα – Μερτίκα, 2014).

Γενικά η επιθετικότητα θεωρείται ένα φυσιολογικό φαινόμενο, χαρακτηριστικό του ανθρώπου και της κοινωνικής ζωής. Ένα άτομο, καθώς ενηλικιώνεται, μετατρέπει την επιθετικότητα σε μορφές συμπεριφοράς κοινωνικά αποδεκτές, όπως είναι « η διεκδικητικότητα, η πρωτοβουλία, το θάρρος της γνώμης, η δημιουργικότητα, η επιθυμία για μάθηση» (Διακήρυξη «Δίκτυο κατά της βίας στο Σχολείο» – Ιστοσελίδα ΕΨΥΠΕ)

Μία ιδιαίτερη μορφή επιθετικότητας που εκδηλώνεται μεταξύ συνομηλίκων, είναι ο εκφοβισμός (bulling) ή η θυματοποίηση (victimization). Είναι ένα παλιό φαινόμενο, άρχισε όμως να απασχολεί τους επιστήμονες τα τελευταία χρόνια, όταν αναγνωρίστηκαν τα βασικά δικαιώματα των ανθρώπων και ιδιαίτερα των παιδιών, με τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ (ν. 2101/1992). Υπήρξε έτσι ευαισθητοποίηση για την άδικη μεταχείριση που μπορεί να υφίστανται τα παιδιά – θύματα του εκφοβισμού.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα ευαισθητοποίησης, περιστατικά εκφοβισμού, τα οποία παλαιότερα περνούσαν απαρατήρητα, άρχισαν να γίνονται αντιληπτά και να προβληματίζουν όσους εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ιδιαίτερη ανησυχία προκάλεσαν περιστατικά αυτοκτονιών που οφείλονταν σε σχολικό εκφοβισμό (Γιαννακούρα, 2011).

Συστηματική μελέτη του σχολικού εκφοβισμού ξεκίνησε στη Σκανδιναβία τη δεκαετία του 1970. Ο καθηγητής Dan Olweus μελέτησε το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού και προσπάθησε να βρει τις αιτίες οι οποίες δημιουργούν τα παιδιά «θύτες ή θύματα». Πρότεινε επίσης πιθανές μεθόδους ώστε να μειωθεί το φαινόμενο.

Από τη δεκαετία του 1990 στα περισσότερα κράτη της Ευρώπης απασχόλησε τους ερευνητές η βία και η επιθετικότητα των μαθητών στα σχολεία. Έγιναν πολλές μελέτες και προτάθηκαν προγράμματα παρέμβασης κατά του εκφοβισμού.

 

 

 

ΟΡΙΣΜΟΣ

 

Ο όρος «εκφοβισμός και βία στο σχολείο» (bulling) και ο όρος «θυματοποίηση» (victimization) χρησιμοποιούνται για να περιγράφουν μια κατάσταση κατά την οποία «ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βία και επιθετική συμπεριφορά με σκοπό την επιβολή, την καταδυνάστευση και την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου σε μαθητές από συμμαθητές τους, εντός και εκτός σχολείου» (Δίκτυο κατά της βίας στο Σχολείο – Ιστοσελίδα ΕΨΥΠΕ).

Σύμφωνα με τον Olweus (2009), ο εκφοβισμός μπορεί να οριστεί ως εξής: «Ένας μαθητής γίνεται αντικείμενο εκφοβισμού ή θυματοποιείται, όταν υποβάλλεται κατ’ επανάληψη και κατ’ εξακολούθηση, σε αρνητικές ενέργειες από έναν ή περισσότερους μαθητές». Με τον όρο «αρνητικές ενέργειες» νοούνται η βλάβη ή η ενόχληση που προκαλούνται σκόπιμα. Μπορούν να είναι λεκτικές (απειλές, χλευασμός, πείραγμα ή βρισιές) είτε σωματικές (ξύλο, κλωτσιές, σπρωξίματα, στριμώγματα), είτε με άλλο τρόπο (χειρονομίες άσεμνες, σκόπιμο αποκλεισμό του ατόμου από μία ομάδα, άρνηση συμμόρφωσης προς την επιθυμία του θύματος, διάδοση ψευδών φημών). Ο Olweus προσθέτει ότι ο εκφοβισμός είναι προφανής, όταν «είναι δύσκολο για το θυματοποιημένο μαθητή να υπερασπιστεί τον εαυτό του».

Κατά τον Rigby (2008, σελ. 67) ο εκφοβισμός συμπεριλαμβάνει βασικά την επιθυμία κάποιου να πληγώσει κάποιον άλλον. Ο εκφοβισμός δημιουργεί ευχαρίστηση στον επιτιθέμενο και μια αίσθηση καταπίεσης από την πλευρά του θύματος. Επομένως ο εκφοβισμός γίνεται με πρόθεση και όχι τυχαία. Απαραίτητη προϋπόθεση του εκφοβισμού (Rigby, 2008) θεωρείται η ασυμμετρία δύναμης ανάμεσα στο δράστη και το θύμα και η άδικη ή η αδικαιολόγητη χρήση αυτής της δύναμης.

Η διαφορά δύναμης μπορεί να είναι είτε σωματική είτε ψυχολογική. Οι δράστες ή ο δράστης μπορεί να διαθέτουν σωματική ή αριθμητική υπεροχή, αυτοπεποίθηση, σιγουριά, διεκδικητικότητα, γλωσσική επιδεξιότητα, ώστε να μπορούν να προσβάλλουν ή να απειλούν το θύμα, χειριστικές δεξιότητες, ώστε να στρέφουν την ομάδα εναντίον του θύματος, υψηλότερη κοινωνική θέση και ικανότητα επιβολής, η οποία προέρχεται από την εξουσία που διαθέτουν. (Γιαννακούρα, 2011).

Η Askew (1989) ήταν η πρώτη (όπως αναφέρεται στο Rigby, 2008) που στάθηκε στην επαναληπτικότητα των πράξεων του εκφοβισμού. Όρισε τον εκφοβισμό ως «ένα συνεχές το οποίο χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια κάποιου να αποκτήσει δύναμη και κυριαρχία επί ενός άλλου».

Και ο Olweus (2009, σελ 29) και ο Rigby (2008, σελ 67) συμφωνούν ότι για να θεωρηθεί μια συμπεριφορά ως «εκφοβισμός» θα πρέπει να είναι επαναλαμβανόμενη. Άλλοι όμως μελετητές υποστηρίζουν ότι ακόμη και μια επίθεση ή απειλή προς ένα αδύναμο άτομο, που μπορεί να το αναστατώσει συναισθηματικά για μεγάλο χρονικό διάστημα και να του προκαλέσει φόβο, μπορεί να θεωρηθεί «εκφοβισμός» (Rigby,2008).

 

 

 

 

 

 

 

ΜΟΡΦΕΣ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ

 

Ο εκφοβισμός μπορεί να πάρει διάφορες μορφές:

  1. 1)Σωματικός: φυσικός τραυματισμός ή απειλή τραυματισμού προς κάποιον. Εκδηλώνεται με σπρωξίματα, σκουντήματα, αγκωνιές, γροθιές και κλοτσιές, τρικλοποδιές, χτυπήματα με αντικείμενα, φτύσιμο, τσιμπήματα και δαγκωνιές, καθώς και περιορισμό του άλλου μέσω σωματικών πρακτικών.
  2. 2)Λεκτικός: συστηματική χρησιμοποίηση υβριστικών εκφράσεων, φραστικών επιθέσεων, προσβολών και απειλών, αγενών σχολίων και ειρωνείας, χρήση παρατσουκλιών.
  3. 3)Εκφοβισμός με εκβιασμό: εκούσια απόσπαση χρημάτων ή προσωπικών αντικειμένων, η οποία συνοδεύεται από απειλές ή και τον εξαναγκασμό του θύματος σε αντικοινωνικές πράξεις.
  4. 4)Έμμεσος ή κοινωνικός: Ο κοινωνικός εκφοβισμός στοχεύει στις διαπροσωπικές σχέσεις του θύματος και περιλαμβάνει ύπουλα μέσα: προσπάθεια για κοινωνική απομόνωση ή αγνόηση ατόμου, για άσκηση επιρροής στην ομάδα των συνομηλίκων, ώστε να αισθανθούν αντιπάθεια για κάποιο συγκεκριμένο συμμαθητή τους, διάδοση κακόβουλων φημών, κουτσομπολιού και ψευδών στοιχείων για τη ζωή και την προσωπικότητα του θύματος.
  5. 5)Ηλεκτρονικός: αποστολή απειλητικού ή υβριστικού υλικού (φωτογραφιών, βίντεο) μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, των μηνυμάτων, τα οποία στέλνονται με κινητά, και των διαδικτυακών τόπων κοινωνικής δικτύωσης. Χρήση ή παραποίηση των προσωπικών δεδομένων κάποιου ατόμου, κλήσεις στο κινητό του από άγνωστο νούμερο, για να προκαλέσουν ανησυχία στο θύμα.
  6. 6)Ρατσιστικός: διάδοση αρνητικών σχολίων εξαιτίας της καταγωγής, της κοινωνικής τάξης, της οικονομικής κατάστασης κάποιου μαθητή. Παιδιά που έχουν χρόνια νοσήματα ή κάποια σωματική αναπηρία, όπως επίσης και παιδιά παχύσαρκα έχουν αυξημένο κίνδυνο θυματοποίησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ρατσιστικού εκφοβισμού είναι στις μέρες μας ο εκφοβισμός εντός και εκτός σχολείου, παιδιών που αποτελούν μέλη μειονοτήτων.
  7. 7)Σεξουαλικός: υβριστικά σχόλια, σκίτσα και γκράφιτι κάποιου μαθητή με σεξουαλικό περιεχόμενο, ανήθικες χειρονομίες, ανεπιθύμητο άγγιγμα με στόχο τη δημιουργία αισθημάτων αμηχανίας, ντροπής και εξευτελισμού του θύματος. Ο σεξουαλικός εκφοβισμός μπορεί να φτάσει μέχρι τη σεξουαλική επίθεση.

 

 

 

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ

Α) ΣΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΧΩΡΕΣ

Οι πληροφορίες που έχουμε για τη συχνότητα εμφάνισης του «εκφοβισμού» προέρχονται από έρευνες που έγιναν σε διάφορες χώρες. Κατά τις έρευνες, οι μαθητές συμπληρώνουν ανώνυμα ερωτηματολόγια, τα οποία στη συνέχεια μελετούν οι επιστήμονες καταλήγοντας σε συμπεράσματα.

Από τις πιο συστηματικές έρευνες ήταν η έρευνα του Olweus, στη Νορβηγία και Σουηδία από τη δεκαετία του 1980. Σύμφωνα με τα στοιχεία των ερευνών αυτών το 15% του συνόλου των μαθητών δημοτικού-γυμνασίου εμπλέκονταν «πότε-πότε» ή συχνότερα σε επεισόδια εκφοβισμού είτε ως δράστες είτε ως θύματα. Διαπιστώθηκε έτσι ότι ο εκφοβισμός αποτελούσε ένα σοβαρό πρόβλημα στα σχολεία της Σκανδιναβίας, που επηρέαζε έναν πολύ μεγάλο αριθμό μαθητών (Olweus, 2009).

Από αντίστοιχες έρευνες που έγιναν στις ΗΠΑ το 30% των μαθητών εμπλέκονταν σε εκφοβισμό. Από αυτούς: το 13% υπήρξαν θύτες, το 10,6% θύματα, ενώ το 6,3% θύτες και θύματα. (Μαριδάκη - Κασσωτάκη, Εισήγηση στο πλαίσιο του σεμιναρίου).

Σε έρευνες στην Αυστραλία (Rigby, 2008, σελ. 73) στις οποίες συμμετείχαν 35.000 παιδιά, ηλικίας 8-18 ετών το 16% των μαθητών ανέφεραν ότι εκφοβίστηκαν «μερικές φορές» ή «συχνά», κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.

Σε νεότερη έρευνα στην Αυστραλία, το 75% των αγοριών κακοποιήθηκαν λεκτικά, το 62% κακοποιήθηκαν σωματικά και το 25% κακοποιήθηκαν έμμεσα. Από τα κορίτσια, το 74% κακοποιήθηκαν λεκτικά, το 17% κακοποιήθηκαν σωματικά και το 33% κακοποιήθηκαν με άλλους τρόπους. Από την άλλη πλευρά, το 80% των παιδιών απάντησαν «θυμώνω, όταν πειράζουν κάποιο παιδί χωρίς λόγο» (Rigby, 2008, σελ. 361).

Διαπιστώνουμε, δηλαδή, ότι το σχολείο δεν είναι ένας «ασφαλής» χώρος για τους μαθητές. Οι έρευνες αυτές βοήθησαν τους επιστήμονες να καταλήξουν σε συμπεράσματα για τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκφράζεται το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού.

Ο Olweus (2009) συμπεραίνει τα εξής:

  • Το σχολείο είναι ο χώρος στον οποίο πραγματοποιούνται, κατά κύριο λόγο, πράξεις εκφοβισμού.
  • Το πρόβλημα του σχολικού εκφοβισμού εμφανίζεται και στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις μικρότερες πόλεις.
  • Το μέγεθος της τάξης και του σχολείου δε φαίνεται να παίζει ρόλο στο πρόβλημα του εκφοβισμού.
  • Περισσότερο εκτεθειμένοι σε πράξεις εκφοβισμού είναι οι μικρότεροι σε ηλικία και ασθενέστεροι μαθητές.
  • Ο εκφοβισμός, πολλές φορές, γίνεται από μεγαλύτερους μαθητές.
  • Τα αγόρια εμπλέκονται πιο συχνά σε περιστατικά εκφοβισμού, είτε σαν δράστες, είτε σαν θύματα, από τα κορίτσια.
  • Μεταξύ των αγοριών είναι πιο συχνός ο εκφοβισμός με σωματική επαφή. Αντίθετα τα κορίτσια καταφεύγουν πιο συχνά σε έμμεσο εκφοβισμό (συκοφαντία, διάδοση φημών, κοινωνικό αποκλεισμό).
  • Ένα μεγάλο μέρος του εκφοβισμού, ο οποίος ασκείται στα κορίτσια, γίνεται από αγόρια.
  • Τα περιστατικά εκφοβισμού και βίας στο σχολείο εκδηλώνονται με μεγαλύτερη συχνότητα στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, ενώ μειώνονται στο λύκειο.
  • Οι γονείς των παιδιών, που εμπλέκονται σε περιστατικά εκφοβισμού, δε γνωρίζουν το πρόβλημα και οι συζητήσεις με τα παιδιά τους είναι περιορισμένες.

 

Β. ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Το φαινόμενο της σχολικής βίας στην Ελλάδα, άρχισε να ερευνάται σχετικά πρόσφατα. Τα αποτελέσματα των ερευνών έδωσαν χρήσιμα στοιχεία για τη βία που εκδηλώνεται ανάμεσα σε μαθητές στο σχολικό περίγυρο.             Πολλές από αυτές τις έρευνες κατέληξαν σε αντίστοιχα συμπεράσματα με αυτά τα οποία προέκυψαν σε άλλες χώρες σχετικά με τις μορφές της παιδικής και εφηβικής βίας, τα χαρακτηριστικά των θυμάτων και των θυτών, καθώς και τους παράγοντες που συμβάλλουν στην αύξηση των περιστατικών σχολικού εκφοβισμού.

Θα γίνει αναφορά σε έρευνες, τις πιο πρόσφατες, που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.

            Α. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών στο πλαίσιο της Επιτροπής Μελέτης των ομάδων Σχολικής Βίας (Bulling at School) από το 2006 ως το 2008. Τα αποτελέσματα της έρευνας μελέτησε το Κέντρο Μελετών και Τεκμηρίωσης (ΚΕΜΕΤΕ) της ΟΛΜΕ.

Ως αντικείμενο της τέθηκε η διερεύνηση και η καταγραφή των γνωμών των εκπαιδευτικών σχετικά με την ενδοσχολική βία. Μέσω της έρευνας επιδιώχθηκε να αναδειχθούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με την εμφάνιση ενδοσχολικής βίας. (Γλαρέντζου et al, 2010).

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, τα περιστατικά ακραίας βίας είναι σπάνια στα ελληνικά σχολεία. Τα περιστατικά εκφοβισμού, αντίθετα, είναι συχνά και σε αυτά συμμετέχουν, αν και με διαφορετικό τρόπο, αγόρια και κορίτσια. Θύματα εκφοβισμού είναι κυρίως παιδιά τα οποία δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους αποτελεσματικά και έχουν κάποια χαρακτηριστικά που τα στοχοποιούν και τα καθιστούν ευάλωτα. Δεν είναι διαδεδομένο φαινόμενο η οργάνωση ομάδων βίας από μαθητές στα σχολεία. Τέλος είναι συχνή η αποσιώπηση των περιστατικών εκφοβισμού από τα θύματα, αλλά και η σιωπηλή ανοχή του εκφοβισμού από μέρους της σχολικής κοινότητας.

 

B. Η έρευνα «Μεγαλώνοντας στην Αθήνα, ποιότητα ζωής παιδιών και εφήβων» πραγματοποιήθηκε το 2006 από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών. Το δείγμα το αποτελούσαν 2000 μαθητές/τριες από δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια της Αθήνας. (Βαλάσση – Αδάμ, 2010).

Στο ερώτημα «Υπάρχουν παιδιά στο σχολείο που σου συμπεριφέρονται άσχημα;» απαντούν καταφατικά το 63% των παιδιών του Δημοτικού, 54% των παιδιών του Γυμνασίου και 36% του Λυκείου.

Στο ερώτημα «Εσύ έχεις φερθεί άσχημα σε άλλα παιδιά στο σχολείο;» απαντούν «ναι» το 33% των παιδιών του Δημοτικού, 35% του Γυμνασίου και το 34% του Λυκείου. Δηλαδή ένα στα τρία παιδιά παραδέχεται ότι έχει θυματοποιήσει άλλα παιδιά.

Εκτός από δράστες και θύματα, τα μισά παιδιά, το 53%, ανέφεραν ότι έχουν παρακολουθήσει περιστατικά σχολικού εκφοβισμού ως αμέτοχοι θεατές.

Τα συμπεράσματα της μελέτης αυτής επιβεβαιώνουν ότι υπάρχει βία στη ζωή των μαθητών της Αθήνας, δεν είναι ίδια όμως σε όλες τις σχολικές μονάδες. Η ενδοσχολική βία δε φαίνεται να καθορίζεται ούτε από την περιοχή που βρίσκεται το σχολείο ούτε και το ποσοστό αλλοδαπών μαθητών. Τέλος, οι εκπαιδευτικοί δε φαίνεται να έχουν επίγνωση της κατάστασης η οποία επικρατεί στα σχολεία. (Βαλάσση – Αδάμ, 2010).

 

            Γ. Με στόχο την αντιμετώπιση του εκφοβισμού στα σχολεία πραγματοποιήθηκε το 2007-2008, το διακρατικό πρόγραμμα «ΔΑΦΝΗ Διερεύνηση και αντιμετώπιση του εκφοβισμού και της θυματοποίησης στο Σχολείο». Στο πρόγραμμα αυτό συμμετείχαν πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και υπηρεσίες από την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Γερμανία και τη Λιθουανία. Το Δεκέμβριο του 2009 ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της έρευνας-δράσης που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του διακρατικού προγράμματος «ΔΑΦΝΗ» από την ΕΨΥΠΕ, με υπεύθυνους τους Τσιάντη Γ. και Ασημόπουλο Χ.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με συνδυασμό μεθοδολογίας ποσοτικής και ποιοτικής μεθόδου έρευνας, σε δύο φάσεις, πριν και μετά την ανάπτυξη εκπαιδευτικών παρεμβάσεων.

Η ποσοτική έρευνα έγινε με τη χρήση ερωτηματολογίων και τα αποτελέσματά της είναι τα ακόλουθα: το ποσοστό των μαθητών-θυμάτων έφτασε το 7,87%, το ποσοστό θυτών ήταν 5,61%. Η πλειοψηφία των μαθητών, 74,43%, δήλωσαν ότι προσπαθούν να βοηθήσουν το θύμα. Επιπλέον οι μαθητές-θύματα μιλούν για τις καταστάσεις εκφοβισμού, κατά 62,5% στους γονείς τους, κατά 42,5% στους φίλους τους, κατά 27,5% στους δασκάλους τους, ενώ το 20% από αυτούς δε μιλούν σε κανένα. Αντίθετα, η πλειοψηφία των μαθητών-θυτών (56%) δε μιλούν σε κανέναν για ό,τι έκαναν. Οι μαθητές, θύματα και θύτες, θεωρούν ότι οι δάσκαλοι παρεμβαίνουν μόνο στο 1/3 των περιστατικών σχολικού εκφοβισμού (Τσιάντης και Ασημόπουλος, 2010).

Η ποιοτική έρευνα, σχετικά με τις απόψεις και τις εμπειρίες μαθητών και εκπαιδευτικών για το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού, πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της ομαδικά εστιασμένης συνέντευξης. Κάποια συμπεράσματα της ποιοτικής έρευνας είναι τα ακόλουθα:

Οι μαθητές θεωρούν τον εκφοβισμό υπαρκτό πρόβλημα στα σχολεία τους, αναγνωρίζουν πολλές εκφοβιστικές συμπεριφορές, όπως λεκτικό – σωματικό εκφοβισμό ή έμμεσο εκφοβισμό, και κατανοούν ότι έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική κατάσταση του θύματος. Ο σωματικός εκφοβισμός φαίνεται να είναι λιγότερο συχνός, πιο συχνά αναφέρονται τα υβριστικά σχόλια, οι απειλές και η κοινωνική απομόνωση. Οι μαθητές θεωρούν, επίσης, ότι οι εκπαιδευτικοί δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις επικλήσεις τους για βοήθεια και το σχολείο δεν παίρνει πρωτοβουλίες, για να αντιμετωπίσει τον εκφοβισμό. Έτσι οι μαθητές-θύματα αντιδρούν με απόσυρση και αποφεύγουν να ζητήσουν βοήθεια από τους εκπαιδευτικούς αλλά και από τους γονείς. (Τσιάντης et al, 2008).

 

 

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

 

Η σημασία του σχολικού εκφοβισμού για την κοινωνία έχει οδηγήσει πολλούς ερευνητές στη διερεύνηση και την αναζήτηση των παραγόντων και των συνθηκών που τον προκαλούν ή τον ευνοούν.

 

Παράγοντες που σχετίζονται με το μαθητή

1.1.            Προσωπικότητα θύματος

Σύμφωνα με τον Olweus (2009), τα θύματα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

α) Παθητικά ή υποτακτικά θύματα.

Είναι άτομα ανασφαλή και αγχώδη, επιφυλακτικά, ευαίσθητα και ήσυχα. Όταν δέχονται επίθεση, αντιδρούν κλαίγοντας ή με απόσυρση. Έχουν αρνητική άποψη για τον εαυτό τους και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Στο σχολείο δεν έχουν φίλους και είναι απομονωμένα. Τα παιδιά αυτά «εκπέμπουν ένα σήμα στους άλλους ότι πρόκειται για ανασφαλή άτομα τα οποία, εάν τους επιτεθούμε ή τα προσβάλουμε, δε θα ανταποδώσουν την επίθεση» (Olweus, 2009).

Τα αγόρια–παθητικά θύματα συχνά παρουσιάζουν και τα εξής χαρακτηριστικά:

  1. I.σωματική αδυναμία που τα υποχρεώνει σε παθητική ή αποδοχή της βίας.
  2. II.στενότερο δεσμό με τους γονείς, ιδιαίτερα με τη μητέρα. Η σχέση αυτή μπορεί να είναι υπερπροστατευτική (Olweus, 2009).

Σύμφωνα με τον Rigby (2008), τα θύματα του εκφοβισμού δεν είναι δημοφιλή άτομα, αντίθετα είναι απομονωμένα με περιορισμένη αποδοχή από τις ομάδες των συνομηλίκων τους. Έχουν λίγους φίλους και παρουσιάζουν δυσκολία να αποκτήσουν νέους, ενώ είναι πιο ευαίσθητα και ευάλωτα από τα υπόλοιπα.

Συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι τα παιδιά αυτά να έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αδυνατούν να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, όταν δέχονται επιθετικές πράξεις, αποτυγχάνουν να διαχειριστούν τις διαπροσωπικές τους δυσκολίες και αυτό μειώνει περισσότερο την ήδη χαμηλή αυτοεκτίμησή τους. Η αυτοεικόνα, δηλαδή, σχετίζεται με τη θυματοποίηση από τους συνομήλικους και ως αιτία και ως αποτέλεσμα: τα παιδιά, που έχουν χαμηλή αυτοεικόνα, θυματοποιούνται πιο συχνά από τα υπόλοιπα και, λίγους μήνες μετά τη θυματοποίησή τους, έχουν σημαντική πτώση της αυτοεικόνας τους (Rigby, 2008).

Tα θύματα, συχνά, αναλαμβάνουν μεγάλο μέρος της ευθύνης και την ντροπή, που προκαλείται από τις πράξεις βίας, και αδυνατούν να διαχειριστούν τα συναισθήματα αυτά κατάλληλα. Σύμφωνα με τον Olweus (2009), τα παιδιά τα οποία είχαν θυματοποιηθεί κατά την εφηβική τους ηλικία είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να πάθουν κατάθλιψη και να κάνουν σκέψεις αυτοκτονίας, μετά την ενηλικίωσή τους.

 

β. Προκλητικά θύματα

Χαρακτηρίζονται από έναν συνδυασμό αγχώδους και επιθετικής συμπεριφοράς. Οι μαθητές αυτοί παρουσιάζουν προβλήματα συγκέντρωσης και είναι υπερκινητικοί. Συμπλέκονται διαρκώς σε αρνητικές πράξεις και δημιουργούν ένταση και εκνευρισμό στους άλλους. Προκαλούν έτσι τους συμμαθητές τους οι οποίοι αντιδρούν με επιθετικότητα (Olweus, 2009).

 

1.2.            Προσωπικότητα θύτη

Οι δράστες, σύμφωνα με τον Olweus, έχουν τα εξής χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

  • Είναι επιθετικοί προς τους συνομηλίκους τους. Συχνά γίνονται επιθετικοί και προς τους ενηλίκους, εκπαιδευτικούς και γονείς.
  • Έχουν θετική στάση απέναντι στη βία.
  • Έχουν μεγαλύτερη σωματική δύναμη από τους συνομηλίκους τους.
  • Είναι παρορμητικοί, δυσκολεύονται να ελέγξουν τα συναισθήματά τους.
  • Η δημοτικότητά τους ανάμεσα στους συμμαθητές τους είναι μέτρια. Συχνά, όμως, περιβάλλονται από μία μικρή ομάδα λίγων φίλων που τους συμπαθούν και τους υποστηρίζουν.
  • Δεν έχουν ενσυναίσθηση προς τα θύματα του εκφοβισμού.
  • Έχουν θετική άποψη για τον εαυτό τους και δεν παρουσιάζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση.
  • Θέλουν να είναι κυρίαρχοι και νιώθουν την ανάγκη να υποτάσσουν τους άλλους και να πληγώνουν άλλα άτομα.
  • Είναι μέτριοι ή κακοί μαθητές και παίρνουν, συνήθως, χαμηλούς βαθμούς. Αναπτύσσουν δε αρνητική στάση προς το σχολείο.
  • Παρουσιάζουν ένα γενικευμένο αντικοινωνικό πρότυπο συμπεριφοράς. Έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν αργότερα υψηλό επίπεδο παραβατικότητας.

Η εκφοβιστική συμπεριφορά έχει συνδεθεί με την απουσία ενσυναίσθησης από τη μεριά του δράστη. Οι δράστες προκαλούν θλίψη, φόβο, πόνο, επειδή οι ίδιοι δεν μπορούν να κατανοήσουν τι νιώθει το θύμα εξαιτίας της δικής τους συμπεριφοράς. Οι δράστες δεν προσπαθούν να καταλάβουν τον άλλο «μπαίνοντας στη θέση του», δε βλέπουν τα πράγματα από την «οπτική γωνία του άλλου». Συχνά νιώθουν υπερήφανοι για τις βίαιες συμπεριφορές τους, επειδή ακριβώς παρουσιάζουν ελλειμματική ενσυναίσθηση (Λυχνού, 2013). Ενώ δεν ενδιαφέρονται για την ψυχική κατάσταση και τα συναισθήματα των άλλων, όταν οι ίδιοι βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, διαμαρτύρονται συχνά για συναισθηματική εξάντληση (Rigby, 2008).

Κατά τον Rigby, τέλος, οι δράστες είναι άτομα χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, παρουσιάζουν έλλειψη ντροπής, για τις βίαιες πράξεις στις οποίες εμπλέκονται, και μειωμένη αίσθηση προσωπικής ευθύνης. Συχνά μάλιστα μεταφέρουν την ευθύνη στο θύμα, λέγοντας: «Αυτός φταίει! Πήγαινε γυρεύοντας!»

 

Παράγοντες που σχετίζονται με τους συνομηλίκους

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ομάδα των συνομηλίκων ασκεί δυναμική επιρροή στον τρόπο συμπεριφοράς των παιδιών. Σε κάθε περιστατικό εκφοβισμού, που συμβαίνει στην αυλή του σχολείου, υπάρχουν μαθητές οι οποίοι είναι παρόντες και το παρακολουθούν. Οι συνομήλικοι αυτοί, οι οποίοι εμπλέκονται με κάποιο τρόπο στα περιστατικά βίας, ορίζονται ως «παριστάμενοι - παρατηρητές».

Οι πιθανές αντιδράσεις των παρισταμένων είναι οι εξής:

  • Υποστηρίζουν το θύμα, παρεμβαίνοντας και αποθαρρύνοντας την επιθετικότητά του δράστη.
  • Ενθαρρύνουν με παθητικό τρόπο τον εκφοβισμό, παρακολουθώντας χωρίς να αναμειγνύονται.
  • Ενθαρρύνουν με ενεργητικό τρόπο το δράστη συμμετέχοντας στην επίθεση.

Η επίδραση δηλαδή της ομάδας των συνομηλίκων στην εκδήλωση ενός περιστατικού εκφοβισμού και στην έκβασή του είναι καθοριστική ( Rigby, 2008).

Σύμφωνα με τον Olweus (όπως αναφέρεται στο Γιαννακούρα, 2011, σελ. 23), όταν αρκετά άτομα συμμετέχουν σε κάποια πράξη εκφοβισμού, τίθενται σε λειτουργία ορισμένοι μηχανισμοί:

  1. I.Τα παιδιά μπορούν να φερθούν επιθετικά, αν δουν κάποιον άλλον, ένα «πρότυπο», να έχει επιθετική συμπεριφορά. Η επίδραση θα είναι ισχυρότερη αν ο μαθητής-παρατηρητής τρέφει μεγάλη εκτίμηση προς το «πρότυπο». Αυτό το είδος επίδρασης ονομάζεται «κοινωνική μόλυνση».
  2. II.Παρουσιάζεται εξασθένηση του ελέγχου ή των αναστολών έναντι των επιθετικών τάσεων. Ο δράστης, «το πρότυπο», θα ανταμειφθεί μέσω της εξουσίας που θα ασκήσει στο θύμα, χωρίς όμως να υποστεί αρνητικές συνέπειες για τις βίαιες πράξεις του. Έτσι αποδυναμώνονται οι μηχανισμοί ελέγχου των μαθητών-παρατηρητών και μπορεί να συμμετέχουν και εκείνοι στον εκφοβισμό.

III.            Το αίσθημα ατομικής ευθύνης του δράστη για μια αρνητική πράξη βίας, όπως ο εκφοβισμός, μειώνεται, όταν συμμετέχουν σε αυτήν αρκετά άτομα, και μειώνονται αντίστοιχα και τα αισθήματα εποχής. Έτσι συμμετέχουν στις πράξεις εκφοβισμού και μαθητές-παρατηρητές, οι οποίοι δεν έχουν επιθετική συμπεριφορά.

IV.            Συντελούνται αλλαγές στη γνώμη των συμμαθητών για το θύμα. Το θύμα μετά από τις επιθέσεις και τα προσβλητικά σχόλια, θεωρείται ανάξιο, που «του αξίζει» να το προσβάλουν και να το εκφοβίζουν.

Οι ερευνητές Salmivalli, Lagerspetz κ.α. (όπως αναφέρεται στο Λυχνού, 2013) μετά από μελέτες κατατάσσουν τους παρισταμένους στις εξής κατηγορίες:

α) οι βοηθοί: μαθητές που συμμετέχουν στο επεισόδιο και προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια στο δράστη.

β) οι ενισχυτές: δεν επιτίθενται στο θύμα οι ίδιοι αλλά ενθαρρύνουν το δράστη με γέλια, φωνές και χειρονομίες. Η συμπεριφορά τους δίνει θετική ανατροφοδότηση στο δράστη να συνεχίσει τον εκφοβισμό, αφού έχει κερδίσει την εκτίμηση «του κοινού».

γ) οι αμέτοχοι: μαθητές που παραμένουν ουδέτεροι, χωρίς να υποστηρίζουν καμία πλευρά. Αυτή η μερίδα των αμέτοχων μαθητών, τελικά, θεωρείται υποστηρικτική της εκφοβιστικής συμπεριφοράς, αφού «εγκρίνουν σιωπηρά» το γεγονός.

δ) οι υπερασπιστές: είναι οι μαθητές που θα προσπαθήσουν να σταματήσουν το δράστη, παίρνοντας το μέρος του θύματος.

Πολλοί παριστάμενοι ισχυρίζονται ότι δεν επεμβαίνουν, επειδή φοβούνται για τη δική τους ασφάλεια και σωματική ακεραιότητα, αφού μπορεί να γίνουν οι ίδιοι τα επόμενα θύματα. Άλλοι φοβούνται ότι θα χαρακτηριστούν το «καρφί» του σχολείου. Άλλοι, τέλος, δεν κατανοούν πλήρως τη διαδικασία του εκφοβισμού και δεν κατέχουν τις γνώσεις ή τις δεξιότητες, για να παρέμβουν αποτελεσματικά (Κοντογιάννης, 2014).

Παρ’ όλα αυτά όμως, ο ρόλος των παρισταμένων είναι καθοριστικός, γιατί, αν κάποιοι παριστάμενοι εκφράσουν ανοικτά την αποδοκιμασία τους για περιστατικό εκφοβισμού, υπάρχει ελάχιστη πιθανότητα να συνεχιστεί ο εκφοβισμός.

 

Παράγοντες που σχετίζονται με την οικογένεια

 

Η απάντηση στην ερώτηση, εάν το παιδί μπορεί να ανατραφεί έτσι ώστε να έχει λιγότερες πιθανότητες αργότερα να γίνει δράστης ή θύμα, είναι καταφατική.

Έχει αποδειχθεί ότι κάποιοι παράγοντες παίζουν ουσιώδη ρόλο στην ανάπτυξη επιθετικής συμπεριφοράς εκ μέρους των παιδιών.

  • Η στάση των γονέων στο σπίτι και η συμπεριφορά του παιδιού στο σχολείο συνδέονται στενά μεταξύ τους. Ενδεχόμενη αρνητική στάση των γονέων, η οποία χαρακτηρίζεται από έλλειψη τρυφερότητας και συναισθηματικής εμπλοκής, αυξάνει τον κίνδυνο να γίνει το παιδί αργότερα επιθετικό και εχθρικό προς τους άλλους.
  • Η υπερβολική «ελευθερία» κατά την παιδική ηλικία συμβάλλει στην ανάπτυξη ενός προτύπου επιθετικής συμπεριφοράς. Αν ο γονιός είναι γενικά ανεκτικός και δε θέτει σαφή όρια στη συμπεριφορά του παιδιού, καλλιεργεί την επιθετικότητα του παιδιού.
  • Η χρήση «δυναμικών» μεθόδων ανατροφής, όπως η σωματική τιμωρία, δημιουργεί επιθετικά παιδιά, γιατί τα εξοικειώνει με την επιθετική συμπεριφορά την οποία θεωρούν σαν μία αποδεκτή μορφή αντιμετώπισης συγκρούσεων.

Οδηγούμαστε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η αγάπη, η φροντίδα και το ενδιαφέρον από τους γονείς, τα σαφώς καθορισμένα όρια ως προς την επιτρεπτή συμπεριφορά καθώς και η χρήση μη σωματικών μεθόδων διαπαιδαγώγησης πλάθουν αρμονικά και ανεξάρτητα παιδιά ( Olweus, 2009).

Ένας πιθανός παράγοντας κινδύνου είναι η έκθεση των παιδιών στην ενδοοικογενειακή βία. Αν η οικογένεια ως μονάδα λειτουργεί άσχημα, τότε τα μέλη της επηρεάζονται στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται έξω από την οικογένεια. Παιδιά, τα οποία γίνονται μάρτυρες βίαιης συμπεριφοράς μέσα στην οικογένεια, συνηθίζουν στη βία και έχουν περισσότερες πιθανότητες να αντιγράφουν αυτά τα επιθετικά πρότυπα συμπεριφοράς (Τρίγκα-Μερτίκα, 2014).

 

Παράγοντες που σχετίζονται με το σχολείο

Τα σχολεία διαφέρουν κατά πολύ μεταξύ τους στη συχνότητα και την ένταση των περιστατικών εκφοβισμού τα οποία συμβαίνουν στη σχολική κοινότητα. Η πλειοψηφία των μαθητών και των εκπαιδευτικών των σχολείων, στα οποία κυριαρχεί ο σχολικός εκφοβισμός, υποστηρίζει πως το ίδιο το σχολείο επηρεάζει την κατάσταση. Από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα, οι έρευνες έδειξαν ότι το σχολικό κλίμα συνδέεται στενά με τη σχολική επίδοση, τη θυματοποίηση και την παραβατικότητα (Rigby, 2008).

To σχολικό κλίμα ορίστηκε ως «η ποιότητα και ο χαρακτήρας της σχολικής ζωής, όπως βιώνεται από τα μέλη της σχολικής κοινότητας και αντανακλά πρότυπα, στόχους, αξίες, διαπροσωπικές σχέσεις, διδακτικές και μαθησιακές πρακτικές και οργανωτικές δομές» (Γιαννακούρα, 2011). Το σχολικό κλίμα επηρεάζει την επίδοση των μαθητών αλλά και τη συναισθηματική και κοινωνική τους ανάπτυξη.

Παράγοντες που επηρεάζουν θετικά το σχολικό κλίμα θεωρούνται οι ακόλουθοι:

  • Οι διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών και των μαθητών.
  • Η ποιότητα των σχολικών εγκαταστάσεων και η ασφάλεια των μαθητών στο σχολικό χώρο.
  • Η αποτελεσματικότητα της διοίκησης του σχολείου στην επικοινωνία με τα μέλη της σχολικής κοινότητας.
  • Το ενδιαφέρον των μαθητών για τη μάθηση και την επιτυχία στο σχολείο.
  • Οι αξίες των μαθητών, ιδιαίτερα η αυτοπειθαρχία και ο σεβασμός προς τους άλλους.
  • Οι σχέσεις των μαθητών μεταξύ τους, δηλαδή το ενδιαφέρον και ο σεβασμός του ενός προς τον άλλο και η αμοιβαία συνεργασία.
  • Η καθοδήγηση-συμβουλευτική η οποία παρέχεται προς τους μαθητές.
  • Οι σχέσεις του σχολείου με τους γονείς των μαθητών και τη σχολική κοινότητα.
  • Η διαχείριση της τάξης από τους εκπαιδευτικούς, δηλαδή η αποτελεσματική οργάνωση της τάξης και η αποτελεσματική χρήση του σχολικού χρόνου.
  • Η δυνατότητα των μαθητών να συμμετέχουν σε σχολικές δραστηριότητες (αθλητικές, πολιτιστικές, κοινωνικές) που οργανώνονται από το σχολείο (Γιαννακούρα, 2011).

O διευθυντής καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το «σχολικό κλίμα». Μία αναποτελεσματική διεύθυνση του σχολείου, σε σχέση με την επιβολή κυρώσεων, η οποία παράλληλα αδυνατεί να συνεργαστεί επιτυχώς με τις μαθητικές κοινότητες, μπορεί να προκαλέσει την απείθαρχη συμπεριφορά των μαθητών. Αντίθετα μια ισχυρή και αποτελεσματική διεύθυνση, σε συνδυασμό με την άρτια συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και διευθυντή, συμβάλλει στην καλλιέργεια αυτοπειθαρχίας και αυτοελέγχου της συμπεριφοράς των μαθητών (Τρίγκα-Μερτίκα, 2014).

Ο ρόλος των εκπαιδευτικών, επίσης, είναι καθοριστικός στη διαμόρφωση του «σχολικού κλίματος». Η συνεργασία μεταξύ των εκπαιδευτικών συνδέεται με συνεργασία μεταξύ των μαθητών και με σεβασμό μεταξύ μαθητών διαφορετικής καταγωγής και κουλτούρας. Σχολεία, τα οποία χαρακτηρίζονται από υψηλό ηθικό των εκπαιδευτικών και μεγάλη συμμετοχή των εκπαιδευτικών στη σχολική ζωή, είναι προστατευμένα από τη σχολική βία (Γιαννακούρα, 2011).

Ο εκπαιδευτικός είναι, επίσης, ο βασικός παράγοντας που καθορίζει το «κλίμα της τάξης». Ειδικότερα, οι μέθοδοι διδασκαλίας που επιλέγει, επηρεάζουν σημαντικά τη συμπεριφορά και την επίδοση των μαθητών, επειδή δημοκρατικές μέθοδοι διδασκαλίας με χαρακτήρα μαθητοκεντρικό και συνεργατικό δεν ευνοούν την εκδήλωση προβληματικής συμπεριφοράς.

Η στάση του απέναντι στους μαθητές είναι ένας άλλος παράγοντας. Ο αποτελεσματικός εκπαιδευτικός προσπαθεί να εξασφαλίσει τη συναίνεση και την αποδοχή των μαθητών σε κάθε ενέργεια και απόφασή του. Παρέχει υψηλά επίπεδα αυτενέργειας και καλλιεργεί την αυτονομία των μαθητών, ενώ συγχρόνως ευνοεί τη δημιουργία καλών διαπροσωπικών σχέσεων μέσα στην τάξη. Αντίθετη συμπεριφορά θα μπορούσε να κλονίσει την εμπιστοσύνη των μαθητών και να ευνοήσει την εκδήλωση προβλημάτων (Τρίγκα-Μερτίκα, 2014).

Σύμφωνα με τον Rigby (2008), το περιβάλλον της τάξης έχει άμεση σχέση με τον σχολικό εκφοβισμό. Ο εκφοβισμός - θυματοποίηση θα είναι χαμηλός ανάμεσα σε παιδιά που εκπαιδεύονται σε τάξεις, όπου τα μαθήματα είναι καλά οργανωμένα και καλλιεργούν τη φαντασία τους, όπου οι δάσκαλοι ενδιαφέρονται πραγματικά για τα συναισθήματα των παιδιών. Σε αυτό το ιδανικό περιβάλλον, τα παιδιά είναι απίθανο να νιώσουν ανία και πλήξη, να θυμώσουν και να θελήσουν να ξεσπάσουν σε πιο αδύναμα και ευάλωτα παιδιά.

 

 

 

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ

 

Οι αρνητικές συνέπειες του σχολικού εκφοβισμού, τόσο για τα θύματα όσο και για τους δράστες, είναι ο βασικός λόγος που ο εκφοβισμός απασχολεί όλο και περισσότερους εκπαιδευτικούς, επιστήμονες και θεσμικούς παράγοντες.

Οι συνέπειες για τα «θύματα» περιλαμβάνουν: άγχος, κατάθλιψη, σωματικά και ψυχοσωματικά συμπτώματα (όπως πονοκεφάλους, κοιλιακά άλγη, διαταραχή ύπνου) χαμηλή αυτοπεποίθηση, μοναξιά, συμπτώματα σχολικής φοβίας, μαθησιακές δυσκολίες και χαμηλή σχολική επίδοση. (Γιαννακοπούλου et al, 2010).

Οι συνέπειες αυτές βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με τη συχνότητα και την ένταση του εκφοβισμού τον οποίο υφίσταται το θύμα. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιες επιπτώσεις έχει για ένα παιδί να περνά τα χρόνια του στο σχολείο σε κατάσταση συνεχούς άγχους και ανασφάλειας. Παρουσιάζει, τελικά, μείωση της αυτοεκτίμησης, κοινωνική απομόνωση, σύνδρομο μετατραυματικού στρες και, σε ακραίες περιπτώσεις, τάσεις αυτοκτονίας (Rigby, 2008, Olweus, 2009).

Όσον αφορά στους «θύτες», οι σχολικές τους επιδόσεις είναι χαμηλές και συχνά παρουσιάζουν ελλειμματική προσοχή, κατάθλιψη, διαταραχές συμπεριφοράς. Εμπλέκονται σε νεαρή ηλικία σε αντικοινωνικές συμπεριφορές, όπως οι κλοπές, οι βανδαλισμοί και η μέθη. Ως ενήλικες, τείνουν να εμπλέκονται σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και γίνονται τιμωρητικοί γονείς για τα παιδιά τους (Rigby, 2008, Olweus, 2009).

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι το γεγονός ότι οι δράστες φαίνεται να διατηρούν τη συμπεριφορά αυτή και όταν ενηλικιώνονται. Έρευνα του Olweus έδειξε ότι ο εκφοβισμός μπορεί να οδηγήσει σε εγκληματική συμπεριφορά, εφόσον το 60% των μαθητών, που είχαν εμπλοκές ως δράστες σε επεισόδια σχολικής βίας, ως ενήλικες είχαν καταδικαστεί τουλάχιστον μια φορά για κάποιο αδίκημα. Και το 35-40% είχαν καταδικαστεί ως την ηλικία των 24 ετών τρεις ή περισσότερες φορές για κάποιο αδίκημα. Αυτό σημαίνει ότι η επιθετικότητα κατά την παιδική και εφηβική ηλικία συνδέεται στενά με την εκδήλωση παραβατικής συμπεριφοράς, μετά την ενηλικίωση (Τρίγκα – Μερτίκα, 2014).

Πέραν από τα προαναφερθέντα, ο εκφοβισμός έχει ευρύτερα αντίκτυπο στο «σχολικό κλίμα», γιατί δημιουργεί φόβο και ανασφάλεια μεταξύ των μαθητών, εμποδίζει την ικανότητά τους να μάθουν και οδηγεί σε παραβατικές συμπεριφορές.

Υπάρχουν μια σειρά από σημάδια που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένδειξη ότι ένας μαθητής έχει εμπλοκή σε περιστατικά εκφοβισμού και βίας στο σχολείο, είτε ως εκφοβιζόμενος είτε ως εκφοβιστής. Χρειάζεται, όμως, προσοχή ώστε να μην οδηγηθεί κανείς σε λανθασμένα συμπεράσματα, καθώς τα συγκεκριμένα σημάδια αποτελούν ενδείξεις και όχι αποδείξεις ότι ένας μαθητής εκφοβίζεται στο χώρο του σχολείου. Οι ενδείξεις (όπως αναφέρονται στο Μαριδάκη – Κασσωτάκη, 2013) είναι οι ακόλουθες:

  • Αναίτια κακή διάθεση και μελαγχολία.
  • Συχνές αδιαθεσίες.
  • Αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες.
  • Προβλήματα ύπνου.
  • Κοινωνική απομόνωση.
  • Εκδήλωση φόβου μετάβασης στο σχολείο.
  • Άρνηση φοίτησης στο σχολείο.
  • Πτώση της σχολικής επίδοσης.
  • Απώλεια χρημάτων ή άλλων αντικειμένων.
  • Επιστροφή στο σπίτι με τραύματα ή με σκισμένα ρούχα.
  • Φόβος χρησιμοποίησης του κινητού τηλεφώνου ή τρόμαγμα, όταν χτυπάει.
  • Χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή κρυφά από τους γονείς.

 

 

 

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ

Με αφετηρία τις επιτυχημένες παρεμβάσεις του Olweus (2009) το σχολείο καλείται να αντιμετωπίσει τον εκφοβισμό. Παρουσιάζονται, στη συνέχεια, κάποια βασικά χαρακτηριστικά πρόληψης και αντιμετώπισης του σχολικού εκφοβισμού σε επίπεδο τάξης και σχολείου.

 

ΜΕΤΡΑ ΣΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ

Πολλοί εκπαιδευτικοί πιστεύουν ότι τα παιδιά πρέπει να βοηθηθούν στο σχολείο, να αναπτύξουν κοινωνικές δεξιότητες που θα μειώσουν τις πιθανότητες να εμπλακούν σε περιστατικά εκφοβισμού. Σύμφωνα με τον Κοντογιάννη (Εισήγηση στο Σεμινάριο Ειδικής Αγωγής, 2014), για την εκπαίδευση των μαθητών στην ενεργητική παρέμβαση στα περιστατικά εκφοβισμού προτείνονται τα εξής:

  1. 1.Εισαγωγή του όρου «εκφοβισμός»

Ο εκπαιδευτικός ζητάει από την τάξη να βρει ορισμούς και να γράψει τους ορισμούς στον πίνακα. Έπειτα τους συνοψίζει, ώστε να συντάξει έναν λειτουργικό ορισμό για τον εκφοβισμό. Π.χ. «Εκφοβισμός είναι, όταν ένα άτομο ή μια ομάδα πληγώνει κάποιο άλλο άτομο επίτηδες, χρησιμοποιώντας βρισιές, όταν του επιτίθεται σωματικά ή όταν καταστρέφει τα πράγματα του»

  1. 2.Προσδιορισμός κοινά αποδεκτών κανόνων

Οι κανόνες θα γραφούν στον πίνακα και θα περιοριστούν σε 3-4, ώστε να τους θυμούνται οι μαθητές εύκολα. Π.χ. «1. Δε θα παρενοχλούμε άλλους μαθητές. 2. Θα προσπαθούμε να βοηθάμε τους μαθητές που πέφτουν θύματα εκφοβισμού. 3. Θα προσπαθήσουμε να συμπεριλάβουμε στην παρέα μας μαθητές που συνήθως μένουν μόνοι» (Olweus, 2009)

  1. 3.Διαχωρισμός των εννοιών «κάρφωμα – πληροφόρηση»

Ο εκπαιδευτικός εξηγεί ότι είναι σημαντικό να ενημερώνουμε τους ενήλικες, όταν συμβαίνει κάτι το οποίο είναι επικίνδυνο ή βλάπτει τους άλλους ανθρώπους. Π.χ. Κάρφωμα: όταν ένας μαθητής λέει σε κάποιον ενήλικα τι έκανε ένας άλλος μαθητής, για να του δημιουργήσει πρόβλημα. Πληροφόρηση: όταν ένας μαθητής λέει σε κάποιον ενήλικα τι έκανε ένας άλλος μαθητής, επειδή οι πράξεις του ήταν επικίνδυνες ή έβλαψαν άλλο άτομο.

  1. 4.Πρόσκληση στην τάξη «ατόμων εμπιστοσύνης»

Ο επισκέπτης ενημερώνει τους μαθητές ότι μπορούν να έρθουν σε επαφή μαζί του, για να αναφέρουν τα περιστατικά εκφοβισμού ή άλλα ζητήματα που τους αφορούν. Ο επισκέπτης μπορεί να είναι π.χ. διευθυντής, συνάδελφος, σχολικός ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός.

  1. 5.Οργάνωση κοινών δραστηριοτήτων

Η συζήτηση για το φαινόμενο του εκφοβισμού εστιάζει στα προβλήματα της τάξης. Σε αντίθεση, θα πρέπει να οργανωθούν κοινές θετικές ομαδικές δραστηριότητες, οι οποίες ασκούν σημαντική επίδραση στις σχέσεις των μαθητών, τους ενθαρρύνουν και δημιουργούν συναισθήματα αλληλεγγύης. Π.χ. ομαδικές δημιουργικές δραστηριότητες εικαστικών, θεάτρου, χορού, μουσικής, φωτογραφίας, άθλησης, περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης.

Για να μπορέσουν όμως να ασκήσουν οι εκπαιδευτικοί το ρόλο τους είναι απαραίτητη η συστηματική επιμόρφωση τους σχετικά με τα δικαιώματα του παιδιού, τη διαπολιτισμική εκπαίδευση την επίλυση συγκρούσεων και την αντιμετώπιση κρίσεων. Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών θα πρέπει να αναφέρεται στη μορφολογία του φαινομένου του εκφοβισμού, στην αντιμετώπιση των αιτίων που προκαλούν τις βίαιες συμπεριφορές και στις μεθόδους παρέμβασης, ώστε να επιλύονται ειρηνικά συγκρούσεις μεταξύ των μαθητών. (Μόσχος Γ, 2010)

 

ΜΕΤΡΑ ΣΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Στο επίπεδο του σχολείου, στόχος είναι όλος ο μαθητικός πληθυσμός του. Τα μέτρα έχουν σκοπό να μειώσουν την έκταση του εκφοβισμού στο σχολείο, ως σύνολο (Olweus, 2009).

  1. 1.ΣΧΟΛΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ. Καλό είναι το σχολείο να οργανώσει μια σχολική ημερίδα αφιερωμένη στον εκφοβισμό - θυματοποίηση. Σκοπός της ημερίδας είναι η ενημέρωση αλλά και η δέσμευση όλων (εκπαιδευτικών – μαθητών – γονέων) ότι θα βοηθήσουν στην εκτέλεση ενός προγράμματος δράσης το οποίο θα αποφασίσουν από κοινού.
  2. 2.ΣΥΝΕΧΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ. Θα μπορούσε να οριστεί ένα «πρόσωπο εμπιστοσύνης» μέσα στο σχολείο, το οποίο θα επικοινωνεί με το θύμα ή τους γονείς του, θα υποστηρίζει και θα προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη κατάσταση.
  3. 3.ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ. Τα περισσότερα περιστατικά εκφοβισμού συμβαίνουν, όπως έδειξαν οι έρευνες, στο προαύλιο και στους διαδρόμους του σχολείου. Συνεπώς είναι απαραίτητο να είναι παρόντες και οι καθηγητές στο προαύλιο, ώστε να παρεμβαίνουν «γρήγορα και αποφασιστικά» σε περιστατικά εκφοβισμού. Η παρέμβαση των καθηγητών δίνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα στους δράστες: «δεν επιτρέπεται ο εκφοβισμός» αλλά στηρίζει και τους μαθητές – θύματα.
  4. 4.ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΟΜΑΔΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ. Η δημιουργία ομάδας ή ομάδων εκπαιδευτικών με σκοπό την ανάπτυξη του κοινωνικού πλαισίου του σχολείου, είναι απαραίτητη. Οι ομάδες αυτές θα μπορούσαν να συζητήσουν και άλλα προβλήματα του σχολείου, όπως προβλήματα πειθαρχίας, προβλήματα διδασκαλίας, επικοινωνία σχολείου και γονέων. Μπορούν να προωθήσουν επίσης ένα κοινό σχέδιο δράσης κατά του εκφοβισμού. Τα κοινά μέτρα αντιμετώπισης του φαινομένου θα αυξήσουν το αίσθημα ασφαλείας του κάθε εκπαιδευτικού και θα τον βοηθήσουν στο έργο του.

Ο Συνήγορος του Παιδιού (Μόσχος Γ, 2010) , στο πλαίσιο της Επιτροπής Μελέτης Ομάδων Ενδοσχολικής Βίας, έκανε κάποιες προτάσεις για την αντιμετώπιση περιστατικών εκφοβισμού στο σχολείο. Ενδεικτικά αναφέρονται:

  1. 1.Να συντάσσονται «σχολικοί κανονισμοί» και «κανόνες τάξης» με τη συμμετοχή και των μαθητών. Σε αυτούς γίνεται αναφορά στις γενικές αρχές λειτουργίας του σχολείου, στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μαθητών και στους τρόπους παρέμβασης και αντιμετώπισης της ενδοσχολικής βίας.
  2. 2.Οι πειθαρχικές κυρώσεις πρέπει να επιβάλλονται, αν είναι αναγκαίο, αφού έχει εξαντληθεί ο παιδαγωγικός διάλογος και έχουν ληφθεί όλα τα αναγκαία παιδαγωγικά μέτρα.
  3. 3.Να καθιερωθεί η διαμεσολάβηση σε περιπτώσεις εκφοβισμού. Να ορίζονται ως μεσολαβητές εκπαιδευτικοί με ειδικά προσόντα και επιμόρφωση, για να επιδιώκουν την επίλυση της κρίσης σε αποτελεσματικό τρόπο.
  4. 4.Να ορίζονται και συνομήλικοι διαμεσολαβητές οι οποίοι με κατάλληλη εκπαίδευση θα βοηθούν στην επίλυση συγκρούσεων μεταξύ των συμμαθητών τους, θα συμπαραστέκονται σε μαθητές - θύματα ή θα συγκρατούν τους δράστες από επιθετική συμπεριφορά.
  5. 5.Τα μαθητικά συμβούλια που εκπροσωπούν τους μαθητές καλούνται να συμβάλλουν στην πρόληψη εμφάνισης περιστατικών βίας και στην αντιμετώπιση τους, όταν εμφανιστούν.
  6. 6.Να αξιοποιηθούν οι θεσμοί των Συμβουλευτικών Σταθμών Νέων και των Κοινωνικών Υπηρεσιών των Δήμων, οι οποίοι θα βοηθούν τους εκπαιδευτικούς στην αντιμετώπιση περιστατικών βίας. Στις υπηρεσίες πρέπει να παραπέμπονται οι μαθητές και οι γονείς τους οι οποίοι αντιμετωπίζουν ειδικότερα προβλήματα.

 


 

 

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τα προβλήματα εκφοβισμού και θυματοποίησης έχουν, όπως αναφέρθηκε, πολύ σημαντικές συνέπειες. Στην πραγματικότητα πλήττουν κάποιες από τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές μας. Όπως αναφέρεται στη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού που υπογράφτηκε το 1989 (άρθρο 19) «τα παιδιά πρέπει να προστατεύονται από κάθε μορφή βίας, προσβολής, παραμέλησης, εγκατάλειψης, σωματικής, ψυχολογικής, πνευματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης».

Ο Olweus (2009) τονίζει «κάθε άτομο θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να μη βιώνει καταπίεση και σκόπιμη επαναλαμβανόμενη ταπείνωση στο σχολείο, όπως και στην κοινωνία».

Είναι λοιπόν ευθύνη όλων μας να μην υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος, ανήλικος ή ενήλικος, ο οποίος να υφίσταται θυματοποίηση στην κοινωνία μας.


 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ελένη Βαλάσση – Αδάμ. (2010) «Βία στα σχολεία της Αθήνας»

στο συλλογικό «Ομαδική Βία και Επιθετικότητα στα σχολεία» (σελ. 98-110)

ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΕΙΔΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΕΝΔΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΒΙΑΣ

Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2010.

 

Γαλανάκη Ευαγ. (2010) «Σχολικός Εκφοβισμός: Πόσο αποτελεσματικές είναι

οι παρεμβάσεις;» Πρακτικά του Ελληνικού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής και Εκπαίδευσης, 5ο Πανελλήνιο Συνέριο με θέμα: «Μαθαίνω πώς να μαθαίνω», 7-9 Μαΐου 2010, Αθήνα.

 

Γιαννακοπούλου Δ., Διαρεμέ Σ., Σουμάκη Ε., Χατζηπέτρου Θ., Ασημόπουλος Χ. και Τσιάντης Ι (2008). «Καταγραφή αναγκών και ευαισθητοποίηση για το φαινόμενο του εκφοβισμού σε σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην περιοχή της Αθήνας», στο περ. «Ψυχολογία», 2010, 17(2), 156-175

 

Γιαννακούρα Αδ., (2011) «Σχολικός εκφοβισμός και σχολικό κλίμα στο Γυμνάσιο» ΠΜΣ «Εκπαίδευση και Πολιτισμός» Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα.

 

Γκαρέντζου Ε., Καραγιάννη Λ., Κοταλακίδης Γ., Τζελφέ-Ανέστη Σ., Χαραμής Π. (2010). «Σχολικές ομάδες κακοποίησης μαθητών/τριών – Ενδείξεις μιας ανιχευτικής ερευνητικής προσέγγισης»

στο συλλογικό «Ομαδική Βία και Επιθετικότητα στα σχολεία» (σελ. 35-97)

ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΕΙΔΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΕΝΔΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΒΙΑΣ

Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2010.

 

ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (ΕΕΜΟΕΒ) «Ομαδική Βία και Επιθετικότητα στα σχολεία», Διεύθυνση Έκδοσης: Γιωτοπούλου – Μαραγκοπούλου Αλίκη. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2010.

 

Κοντογιάννης Μ. (2014), «Ενδοσχολική βία – Θυματοποίηση στο χώρο του σχολείου (εντοπισμός – αντιμετώπιση)». Εισήγηση στο Πρόγραμμα Εξειδίκευσης στην Ειδική Αγωγή, Κέντρο Μελέτης Ψυχοφυσιολογίας και Εκπαίδευσης , ΕΚΠΑ.

 

Λυχνού Κων., (2013) «Η ενσυναίσθηση και η αυτεπάρκεια των μαθητών που παρίστανται σε περιστατικά σχολικού εκφοβισμού» ΠΜΣ «Εκπαίδευση και Πολιτισμός» Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα

 

Μαριδάκη-Κασσωτάκη Αικ. (2013) Παιδαγωγική Ψυχολογία, Αθήνα: Διάδραση (κεφ. ΙΖ΄)

 

Μόσχος Γ. «Συμπερασματικές σκέψεις και προτάσεις» (2010)

στο συλλογικό «Ομαδική Βία και Επιθετικότητα στα σχολεία» (σελ. 325-347)

ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΕΙΔΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΕΝΔΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΒΙΑΣ

Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2010.

 

Olweus Dan (2009) «Εκφοβισμός και βία στο σχολείο. Τι γνωρίζουμε και τι μπορούμε να κάνουμε». Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου, Αθήνα: ΕΨΥΠΕ.

 

Rigby Κ. (2008) «Σχολικός εκφοβισμός Σύγχρονες απόψεις» Αθήνα: Τόπος.

 

Τρίγκα-Μερτίκα Ελ. (2014), «Σχολική Βία. Σχολικός Εκφοβισμός – Θυματοποίηση - Ο ρόλος οικογένειας-σχολείου», Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

 

Τσιάντης Ι.,και Ασημόπουλος Χ., (2010), «Ενδοσχολική βία και εκφοβισμός στο δημοτικό σχολείο: Το διακρατικό πρόγραμμα ΔΑΦΝΗ της ΕΨΥΠΕ».

στο συλλογικό «Ομαδική Βία και Επιθετικότητα στα σχολεία» (σελ. 111-128)

ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΕΙΔΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΕΝΔΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΒΙΑΣ

Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2010.

 

Τσιάντης Ι., Ασημόπουλος Χ., Χατζηπέμος Θ., Σουμάκη Ε., Διαρεμέ Σ., Γιαννακοπούλου Δ., (2008), «Το φαινόμενο του εκφοβισμού στο Δημοτικό Σχολείο» στο περ. «Παιδί και Έφηβος – Ψυχική Υγεία και Ψυχοπαθολογία» 10 (1), 97-100.

 

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

 

  1. 1)www.antibullyingnetwork.gr

«Δίκτυο κατά της βίας στο σχολείο», Διακήρυξη του Δικτύου (Ε.Ψ.Υ.Π.Ε.)

  1. 2)www.e-abc.eu/gr/to-ergo/programma-daphne-iii

«Ευρωπαϊκή έρευνα για το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού. Τελική έκθεση», DAPHNE III

  1. 3)www.0-18.gr

Ιστοσελίδα του Συνηγόρου του Πολίτη με την ιδιότητα του ως Συνήγορος του Παιδιού.